Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

18ο Συμπόσιο Ποίησης - Οι συμμετοχές, Μέρος 2ο


9. Σύννεφα - άγγελοι 

Αχνοχάραζε κι εσύ δεν ερχόσουν
Σύννεφα άγγελοι ψαλίδιζαν γαλαζωπές κορδέλες
Είναι οι ουρές των χαμένων χαρταετών
Μου είχες πει πριν φύγεις
Ψηλά ζουν οι ελεύθεροι χαρταετοί
Ψηλά έχουν το δικό τους κονάκι
Ένα πλίθινο ημικλινές κονάκι
Με φαντασμαγορικό σκηνικό
Χρωματιστά χαρτιά και ολοπόρφυρους λαμπτήρες
Μεταξωτά μαντήλια και πυράκανθους χλωρούς
Μην είναι εκεί ο τόπος σου;
Μην έδεσες εκεί;
Ανάμεσα στα αετόχαρτα και στα καλαμόξυλα
Στωικά να επεξεργάζεσαι
Τη λίθινη κεφαλή του μαχαιρωμένου γίγαντα
Ξόρκια να κάνεις στα άφυλλα δέντρα
Φως κι αέρας σκότος και χάλκινη βροχή

Ψιχαλόβρεχε κι εσύ παράπαιες
Φονικές λακκούβες εκτροχίαζαν τα ονειροπόλα φιλιά
Είναι κάποια φιλιά που αξέχαστα μένουν
Σαν να έχει η μνήμη χρυσαφένια κλουβιά
Και μέσα τα κλείνει
Πολύτιμα φιλιά λατρεμένα
Όχι σαν εκείνα τα λαβωμένα
Που αστέρια έγιναν και θρηνούν απελπισμένα
Έλα να στα γνωρίσω
Έλα να τα γευτείς
Έχει λάσπες στ' αστέρια και θα λερωθείς
Επικίνδυνες τάφρους έχει και θα παραπέσεις
Έτσι που κλεισμένα έχεις τα μάτια σαν να κοιμάσαι
Πρόσεχε
Μόνο τα φιλιά θα σου πουν την αλήθεια
Αυτά άδολα θα σου χαρίσουν
Τους ανθισμένους οπωρώνες των ποιημάτων
Φως κι αγάπη έρεβος και σκουριασμένη βροχή 

Σουρούπωνε κι εσύ περιπλανιόσουν
Ανάμεσα στις άγονες νησίδες του ουρανού
Κρατούσες δυο στήλες αλατιού στα χέρια
Αθάνατος για να πορεύεσαι
Άτρωτος να παραμένεις στο χρόνο
Στον ύπνο μου να εμφανίζεσαι γυμνός κι ωραίος
Με ένα τσαμπί σταφύλι στα χείλη
Στο μαξιλάρι μου βρίσκω κάθε πρωί
Τσάμπουρα και κουκούτσια
Θέλησα να τα φυτέψω μα η καρδιά δεν βαστούσε
Θέλησα να τα φυλάξω μα μου ξέφυγαν
Τσάμπουρα και κουκούτσια
Μισή ζωή
Δένω τα μαλλιά μου
Κλίνω τα γόνατα
Κρύβω τις γραμμές της παλάμης
Και το θρόισμα των φύλλων προσκυνώ
Στην εικόνα σου προσθέτω καινούργια φωνήεντα
Μη σιωπάς
Άγρια η νύχτα πριονίζει το αγαλματίδιο της λήθης
Κι αν πέσεις
Από που θα αντλώ τη ζωή;
Φως κι αμαρτία θάμπος και ρυτιδωμένη βροχή 




10. Ο χορός της λησμονιάς

"Εγώ ερήμωσα την ζωή μου 
για να με βλέπεις από παντου",
είχε γράψει ο Λειβαδίτης.
Μα εγώ την γυμνώνω αγάπη μου
για να την δεις πως κατάντησε,
γδυτή και ανήλιαγη
Ψυχρή και καταρρέουσα
Χορεύοντας σαν τρελή, 
στους ρυθμούς της απουσίας σου
Τον χορό της λησμονιάς...




11. Γραμμή παράλληλη 

Μονάχοι πορεύονται οι άνθρωποι.
Ακροβάτες στην τεντωμένη
μοναχική, ολόγυμνή γραμμή τους.
Γραμμή παράλληλη.
Καταδικασμένη να τέμνεται μόνο για λίγο.
Ίσα για τη χαρά της επαφής.
Τότε μόνο οι άνθρωποι
φοράνε τα καλά τους.
Ποτέ άλλοτε. 



12. Parfait Amour (*)

- Σε είχα σα βασίλισσα μη βρέξει και μη στάξει!
- Γιατί εγώ δεν ήμουνα σε όλα μου εντάξει; 
- Που δούλευα νυχθημερόν τίποτα μη σου λείψει!
- Ποια άλλη θα περίμενε τα πόδια σου να τρίψει; 
Mε θερμοσίφων’ ανοιχτό;
Και σώβρακο κολλαριστό;
Και το γιουβέτσι αχνιστό;
Ποια θα σου είχε μπακλαβά; 
Όχι για πες μου. Ποια;
- Σου ζήτησα εγώ ποτές να φτιάχνεις μπακλαβάδες; 
Από τη μια με γλύκαινες κι ύστερα με φαρμάκωνες με άδικους καβγάδες!
- Ξέρεις γιατί σου γκρίνιαζα;  Γιατί ξενοκοιτούσες!
- Και τη δική σου την ουρά ενίοτε κουνούσες!
- Πότε μωρέ Απόστολε κούνησα την ουρά μου;  
Που ήμουνα υπόδειγμα τριάντα χρόνια γάμου!
- Γιατί εγώ δεν ήμουνα; Και που λοξοκοιτούσα,
για να ζηλέψεις τό΄κανα, όταν μου είπες μια βραδιά πως δεν σε συγκινούσα.
- Το’πα γιατί μου είπανε πως τά’χεις με τη χήρα…
- Ποια χήρα βρε Βασούλα μου; 
- Του μακαρίτη του Μηνά… της θειας σου η βαφτιστήρα.
- Αν ήθελα βρε Βάσω μου εγώ να στα φορέσω…  
- Δεν μου τα φόρεσες ποτές, όπερ να υποθέσω;
- Μη σώσω να ξημερωθώ, στ’ ορκίζομαι αητέ μου! 
- Μήτε κι εγώ στα φόρεσα κι ας είχα τα σουξέ μου!
- Τότε προς τι Βασούλα μου αυτό το καβγαδάκι;
- Μόνος σου το ξεκίνησες να μου μιλάς με υφάκι!
- Τό’κανα για ν’ ανάψουνε λιγάκι τα αίματά μας,
γιατί πολύ βαλτώσαμε μες τα προβλήματά μας.
- Και πώς θα την κρατήσουμε τη λίμπιντο ακμαία;
Με κασκορσέ απ’ τον πόλεμο και τρίχινη σκελέα;
- Eίσαι να πάμε στο σεξ-σοπ να πάρουμε ιδέες;
- Δε ντρέπεσαι Απόστολε; Ο νους σου τρέχει διαρκώς σε εμμονές χυδαίες!
- Πού είναι η χυδαιότητα;.... τι εννοείς ρε Βάσω;
Εγώ σλιπάκια αθλητικά θέλω να αγοράσω!
- Άντε καλά... σάμπως θ’ αλλάξω και εγώ, κάτι παλιές κιλότες.
- Καλά που το κατάλαβες, τέτοιες φορούσανε παλιά οι Σφακιανοί κι οι Χιώτες!
- Και τι προτείνεις δηλαδή να πάρουμε για μένα;
- Ζαρτιέρες και κομπινεζόν... τα έχω απωθημένα!
- Και να με δουν στη γειτονιά ν’ απλώνω τέτοια ρούχα;
Έχουμε γιο της παντρειάς θ’ αρχίσουνε τα γιούχα!
- Και δηλαδή ξοφλήσαμε αν παντρευτεί ο γιος μας; 
Μόνο για να γεννήσουμε είν’ ο προορισμός μας;
- Γεράσαμε Απόστολε αυτή είναι η ουσία!
- Δεν έχει δικαιώματα η τρίτη ηλικία;
- Μα να φορέσω νεγκλιζέ που είμαι γεμάτη ζάρες;
- Εγώ γυμνή σε σκέφτομαι και μού’ρχονται αντάρες!
- Μπα σε καλό σου Απόστολε, μού’ρχεται να γελάσω!
Στα εξήντα μου το “εργόχειρο” πάλι να ξαναπιάσω;
- Γιατί γελάς ρε Βάσω;
Ξέχασες που παντρεύτηκε στα ογδόντα του ο Πικάσο;
(* η τέλεια αγάπη)


13. Καιάδας

Σε ποιόν καιάδα σε πετάξανε​ και χάθηκες.
Δεν ήσουν τίποτε γι αυτούς και για τους άλλους.
Απόλυτη σιωπή, μέσα στο απλανές βλέμμα σου.
Γυμνό το κορμί σου και η ψυχή σου κάτω από τα κουρέλια.
Χωρίς αισθήματα.
Ατέλειωτο κενό.
Καρφωμένα κι ασάλευτα τα τείχη γύρω σου.
Και εσύ ακίνητος, εκεί στο βάθος  της τρύπας, να ρουφάει όλο και περισσότερο το σαλεμένο σου μυαλό,
ψάχνεις να βρεις τους δρόμους της ψυχής σου! 




14. Αναδημιουργία

Γυμνώνω το ψέμα παυσίλυπα.
Ωχριώ με τη δύναμη και την ορμή της....
Τρίζει ο θώκος μιας λυκοφιλίας
που τελικά γίνεται στάχτη.

Ποιά είμαι;
Που πάω;
Κρατώ το γυμνό χέρι της μπαλωμένης μου ψυχής
και εξαϋλώνομαι...



15. Τα θαμμένα όνειρα των εραστών

Αργήσαμε είπες, κι εγώ ρώτησα που πάμε
Αργήσαμε να μάθουμε ο ένας τον άλλο
Στερηθήκαμε της λαχτάρας το φιλί κρυμμένοι σ’ απόσκια
Σμίξαμε τις ανάσες στο στεναγμό της χαμηλωμένης φωνής
Αργήσαμε να περάσουμε μια βραδιά γιομάτη μόνο έρωτα
Νικημένοι από τον πειρασμό δεν σημειώσαμε τα αναχώματα
Δεν τα είχαμε ανάγκη, πολλά αφήσαμε να ξεχαστούν
Πιστέψαμε, ότι τώρα δεν θα χαθούμε, τίποτα δεν θα χαθεί
Και ψάχναμε το σημάδι που το επιβεβαιώνει 

Υπάρχει λένε μια περιπέτεια για τον καθένα μας
Που συνωμοτικά σουλατσάρει μέσα στα ολόφωτα βλέμματα 
Με ακηλίδωτο πόθο που υφαίνει το ασίγαστο πάθος
Και στέλνει τα γυμνά κορμιά στις παρυφές των συμπληγάδων

Κρυμμένοι καλά, από τα βλέμματα του περίεργου κόσμου
Αφουγκραζόμαστε αυτά που τώρα μας τρομάζουν
Τον χρόνο ανάμεσα στη λάμψη και τον κρότο ενός κεραυνού
Αργήσαμε είπες, κι εγώ ετοίμασα ψωμί για το δρόμο
Και λίγο κρασί από εκείνο που απόμεινε πριν μεθύσουμε
Το παράθυρο άνοιξε διάπλατα και ο αέρας δρόσισε τα κορμιά μας
Αργήσαμε, θέ να μας εύρη η χαραυγή, και το παράθυρο έκλεισε. 
Ο μονόφωτος στύλος έσκυψε χαμηλά και μας έδωσε ημίωρη παράταση    
Και φανήκαν οι αποστάσεις μεγαλύτερες απ’ ό,τι την ημέρα

Οι αισθήσεις δεν γύρισαν ξανά, κάπου σκάλωσαν
Και εγώ δεν τόλμησα να απλώσω το χέρι, ούτε να σηκωθώ να τρέξω
Μόνο ρώτησα που πάμε και απάντηση δεν πήρα.
Οι χαρούμενες στιγμές μας τρύπωσαν στο χώρο του παρελθόντος.




16. Erotica

εσύ κι εγώ
μέλη ολόστητα
Συμπληγάδες σαρκοφάγες
ένωση κι αποχωρισμός
παλμός και παφλασμός
Κάτι τσαλακωμένες φλέβες 
ποιες δικές μου, ποιες δικές σου
Πόσο δέρμα να γδάρει η γύμνια



17. Αειθαλείς

Φτιαχτοί άνθρωποι,
γυμνοί ωσάν τα δέντρα
ρούχα για φύλλα 




18.Καθρέφτης

Παντού γυμνό
κανείς δεν αντιδρά
συνήθισε το βλέμμα
στης ηδονής το ψέμα.
Όμως αν καμιά φορά
από τα δεσμά λευτερωθεί
κάποια αλήθεια -επίσης γυμνή-
το πλήθος ταράζεται πολύ.
Σαν καθρέφτης εκείνη
δίχως οίκτο αντανακλά
την αβάσταχτη γύμνια 
της κάλπικης ζωής μας. 




19. Γαλαθηνό χαικού

Αβύσσου γύμνια
μεθυστική, μάταιη
ισχνά φωτίζεις




20. Χαϊκού σιωπής

Γυμνές κορυφές 
απάτητων ονείρων 
τον ήλιο κρύβουν.

Πέφτει σκοτάδι
τον ουρανό γυμνώνουν
απόντα άστρα.

Ένα αηδόνι 
μπρος στη γύμνια των δέντρων
σιωπά για πάντα.




21. Εποχές αγάπης

Είναι ο Χειμώνας των θλιβερών τεράτων
Των νεκρωμένων πράσινων βάλτων

Είναι τα μάτια, που στερεύουν απ΄αχτίδες
Είναι η νύχτα, που τυλίγει τη καρδιά
Είναι τα χείλη, που διψούν γιά τις ελπίδες
Είναι τα χέρια, π’ ανεμίζουν αδειανά

Στης Άνοιξης το φεγγερό, αμάραντο κορμί
Βαθιά υποκλίνεσαι, αφήνοντας των μύρων το φιλί

Στα μακριά μαλλιά, κρύβεις αφίλητες γαρδένιες
Στ’ ακούσματά σου, πνέει η όψιμη χαρά
Στα βλέφαρά σου, ξενυχτούν ματιές μελένιες
Στα πουπουλένια στήθη, ανασαίνει μιά φωτιά

Τολμώ, μεσ’ το λιοπύρι, του χρυσαφένιου θέρους
Τον Έρωτα να ξεγυμνώσω, με δυό ανέμους

Σβήνω το βήμα μου, στέκω μπροστά σου
Ψάχνω μιά δύναμη, γιά να μπορέσω, να σ’ αγγίξω
Βάφω τις λέξεις μου με το κοίταγμά σου
Να γίνουν ήλιοι, γιά να μπορέσω, να σε στολίσω

Το χνώτο πέφτει χαμηλά, στην άρνηση του δώρου
Κρύβω το δάκρυ στα υγρά, φύλλα του φθινοπώρου

Είναι της πλάσης η μορφή, ατέρμονο στημόνι
Η Αγάπη, που κρατά γερά, της σκέψης το τιμόνι
Σκηνή θεάτρου θερινού, με τραγωδούς τις εποχές
Γυμνές ψυχές καρτερικές, ρίγη καρδιάς, οι θεατές




22. Αχαρτογράφητη ψυχή

Σε κοιτώ μες τα μάτια.
Άδεια μου φαίνονται.
Και γυμνά.
Τελοσπάντων.
Προχωρώ παρακάτω.
Να βρω την ψυχή σου.
Αλλά δεν ξέρω που να την ψάξω.
Χάνομαι.
Αχαρτογράφητη είναι.
Μα καλά…
Κανείς δε βρέθηκε να την περπατήσει;
πόσο ανόητοι υπήρξαν όλοι τους…




23. Είθε...

Ξέρεις τι του λείπει αυτού του κόσμου;
Το θάρρος.
Οι άνθρωποι και δεν θα γράψω καν αυτό το άλφα κεφαλαίο,
οι άνθρωποι δεν αντέχουν να ανοίξουν την ψυχή τους.
Να την ξεγυμνώσουν από τα πρέπει αυτής της σάπιας κοινωνίας
και με το είναι τους για φωνή,
να πουν με τόνο βροντερό:
Αυτός είμαι.
Με ότι καλά μου έδωσε ο Θεός και ότι στραβά δημιούργησα.
Έχω ένα τόνο λάθη στην καρότσα μου,
μα αντέχω ακόμα να πηγαίνω.
Και έτσι με την ψυχή μου γυμνή
στέκομαι μπροστά σου,
όχι για να με κρίνεις, μα για να με αποδεχτείς.
Δεν τολμούν όμως οι άνθρωποι,
να ξεγυμνώσουν την ψυχή τους,
Ούτε την καρδιά τους αντέχουν να ανοίξουν.
Κλειστά παντζούρια και στα δυο.
Για το μυαλό τους δε ούτε λόγος,
κοιμάται ατάραχο,
και τα λουκέτα στις πόρτες σφαλιστά.
Που να βρει χαραμάδα ο ήλιος να τρυπώσει;
Που να ψάξει η Αγάπη να βρει το κλειδί;
Γι' αυτό ο Κόσμος είναι σκοτεινός.
Άνοιξε άνθρωπε την ψυχή σου,
άκου την καρδιά σου,
κι άσε το μυαλό σου ελεύθερο.
Θέλω να δω τον ήλιο να ανατέλλει.
Να χορέψω για λίγο με την Ελπίδα,
κάτω από το σούρουπο.
Και όταν ο ουρανός ξεβάψει από χρώματα,
να πάρω μια ανάσα στο φεγγαρόφωτο,
να κλέψω μια ευχή από τα αστέρια.
Κι είθε η ευχή μου, να γενεί του κόσμου μοίρα:
Να δω τον κόσμο φωτεινό,
και τους ανθρώπους ελεύθερους.
Είθε...

Εδώ τελείωσαν 15 ακόμα συμμετοχές.
Στην επόμενη ανάρτηση θα βρεις τις υπόλοιπες 11 συμμετοχές.
Πάτησε εδώ και μπες στην ανάρτηση.